Definition
▶
προτεραιότητα
proteraiótita
Η προτεραιότητα είναι η σημασία ή η αξία που δίνεται σε κάτι σε σχέση με άλλα πράγματα.
Priority is the importance or value given to something in relation to other things.
▶
Η ασφάλεια έχει προτεραιότητα σε όλες τις αποφάσεις μας.
Safety is a priority in all our decisions.
▶
Πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη μελέτη πριν από τις διακοπές.
We need to prioritize studying before the holidays.
▶
Ο προγραμματισμός του έργου απαιτεί την καθορισμένη προτεραιότητα των καθηκόντων.
The project scheduling requires the established priority of tasks.