Definition
▶
παρέα
paréa
Η παρέα είναι μια ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχουν και περνούν χρόνο μαζί, συνήθως με σκοπό την ψυχαγωγία ή την κοινωνικοποίηση.
The company is a group of people who coexist and spend time together, usually for entertainment or socializing.
▶
Η παρέα μας πήγε για καφέ το απόγευμα.
Our company went for coffee in the afternoon.
▶
Μου αρέσει να περνάω χρόνο με την παρέα μου.
I like spending time with my company.
▶
Η παρέα του είναι πολύ φιλική και διασκεδαστική.
His company is very friendly and fun.