Definition
▶
ειρηνικά
eiriniká
Η λέξη 'ειρηνικά' σημαίνει με ήρεμο και χωρίς συγκρούσεις τρόπο.
The word 'peacefully' means in a calm and non-conflictual manner.
▶
Οι γείτονες λύσανε τις διαφορές τους ειρηνικά.
The neighbors resolved their differences peacefully.
▶
Τα παιδιά παίζουν ειρηνικά στον κήπο.
The children are playing peacefully in the garden.
▶
Η διάσκεψη ολοκληρώθηκε ειρηνικά χωρίς εντάσεις.
The conference concluded peacefully without tensions.