Definition
▶
λυπημένος
lypimenos
Η λέξη 'λυπημένος' αναφέρεται σε κάποιον που νιώθει θλίψη ή απογοήτευση.
The word 'λυπημένος' refers to someone who feels sorrow or disappointment.
▶
Ο Γιώργος είναι λυπημένος γιατί δεν πέρασε τις εξετάσεις.
George is sad because he didn't pass the exams.
▶
Η Μαρία φαίνεται λυπημένη μετά την απώλεια του κατοικίδιου της.
Maria seems sad after the loss of her pet.
▶
Ο φίλος μου είναι λυπημένος επειδή η κοπέλα του τον άφησε.
My friend is sad because his girlfriend left him.