Definition
▶
ταλέντο
talento
Το ταλέντο είναι η φυσική ικανότητα ή δεξιότητα που έχει κάποιος σε έναν τομέα, όπως η τέχνη, η μουσική ή ο αθλητισμός.
Talent is the natural ability or skill that someone has in a particular area, such as art, music, or sports.
▶
Ο γιος μου έχει μεγάλο ταλέντο στη μουσική.
My son has a great talent for music.
▶
Η δασκάλα της ζωγραφικής είπε ότι έχει ταλέντο για την τέχνη.
The painting teacher said she has a talent for art.
▶
Το ταλέντο του στην υποκριτική τον βοήθησε να γίνει διάσημος.
His talent for acting helped him become famous.