Definition
▶
διλημμα
dilēmma
Διλήμμα είναι μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες επιλογές, καθεμία από τις οποίες έχει σημαντικές συνέπειες.
A dilemma is a situation in which one must choose between two or more options, each of which has significant consequences.
▶
Βρίσκομαι σε ένα διλήμμα σχετικά με το αν θα αποδεχτώ την προσφορά εργασίας ή όχι.
I am in a dilemma about whether to accept the job offer or not.
▶
Το διλήμμα του να επιλέξω μεταξύ οικογένειας και καριέρας με βασανίζει.
The dilemma of choosing between family and career is tormenting me.
▶
Αντιμετώπισα ένα διλήμμα όταν έπρεπε να διαλέξω αν θα πω την αλήθεια ή θα προστατέψω τον φίλο μου.
I faced a dilemma when I had to choose whether to tell the truth or protect my friend.