Definition
▶
ελπίδα
elpida
Ελπίδα είναι η αίσθηση ή η πεποίθηση ότι κάτι καλό θα συμβεί στο μέλλον.
Hope is the feeling or belief that something good will happen in the future.
▶
Έχω ελπίδα ότι θα περάσω τις εξετάσεις.
I have hope that I will pass the exams.
▶
Η ελπίδα είναι το μόνο που μας κρατάει ζωντανούς σε δύσκολες στιγμές.
Hope is the only thing that keeps us alive in difficult times.
▶
Πρέπει να κρατάμε την ελπίδα μας ζωντανή, ακόμα και όταν όλα φαίνονται δύσκολα.
We must keep our hope alive, even when everything seems difficult.