Definition
▶
συνθήκη
synthíki
Μια κατάσταση ή ένα σύνολο κανόνων που διέπουν μια συμφωνία ή μια σχέση.
A situation or a set of rules governing an agreement or a relationship.
▶
Η συνθήκη της ειρήνης υπογράφηκε το 1945.
The peace treaty was signed in 1945.
▶
Οι συνθήκες εργασίας στην εταιρεία είναι πολύ καλές.
The working conditions in the company are very good.
▶
Πρέπει να διαβάσουμε τη συνθήκη πριν υπογράψουμε.
We need to read the terms before we sign.