Definition
▶
καθολικός
katholikós
Ο καθολικός είναι ο Χριστιανός που ανήκει στην Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει κεντρική εξουσία στον Πάπα.
A Catholic is a Christian who belongs to the Catholic Church, which has central authority in the Pope.
▶
Ο πατέρας μου είναι καθολικός και πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή.
My father is Catholic and goes to church every Sunday.
▶
Οι καθολικοί εορτάζουν τη Χριστούγεννα με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Catholics celebrate Christmas with special splendor.
▶
Το σχολείο μου έχει πολλά καθολικά παιδιά που συμμετέχουν σε θρησκευτικές δραστηριότητες.
My school has many Catholic children who participate in religious activities.