Definition
▶
αναμφισβήτητος
anamfisvítitos
Ο όρος 'αναμφισβήτητος' αναφέρεται σε κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να αμφισβητηθεί, και είναι αποδεκτό από όλους.
The term 'indisputable' refers to something that cannot be disputed or questioned, and is accepted by everyone.
▶
Η επιστημονική αποδειξη ήταν αναμφισβήτητη και δεν υπήρχε χώρος για αμφιβολίες.
The scientific evidence was indisputable and there was no room for doubt.
▶
Η επιτυχία του έργου ήταν αναμφισβήτητη, καθώς όλοι οι συμμετέχοντες την επιβεβαίωσαν.
The success of the project was indisputable, as all participants confirmed it.
▶
Ο ιστορικός παρουσίασε αναμφισβήτητες αποδείξεις για την ύπαρξη της αρχαίας πόλης.
The historian presented indisputable evidence of the existence of the ancient city.