Definition
▶
δίχως
díchos
Η λέξη 'δίχως' σημαίνει χωρίς κάτι ή κάποιον, υποδηλώνοντας την απουσία του.
The word 'δίχως' means without something or someone, indicating their absence.
▶
Δεν μπορώ να ζήσω δίχως μουσική.
I cannot live without music.
▶
Πρέπει να πάω δίχως την τσάντα μου.
I have to go without my bag.
▶
Η ζωή είναι δύσκολη δίχως φίλους.
Life is hard without friends.