Definition
▶
αυτοκίνητο
aftokínito
Το αυτοκίνητο είναι ένα μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται για μεταφορά ανθρώπων και αγαθών.
The car is a motor vehicle used for transporting people and goods.
▶
Ο πατέρας μου έχει ένα καινούργιο αυτοκίνητο.
My father has a new car.
▶
Θα πάμε ταξίδι με το αυτοκίνητο το Σαββατοκύριακο.
We will go on a trip by car this weekend.
▶
Το αυτοκίνητο χρειάζεται βενζίνη για να λειτουργήσει.
The car needs gasoline to operate.