Definition
▶
θεραπεία
therapeía
Η θεραπεία είναι η διαδικασία ή η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση ή την ανακούφιση από μια ασθένεια ή ένα πρόβλημα υγείας.
Treatment is the process or method used to restore or alleviate a disease or health issue.
▶
Η θεραπεία που ακολουθώ με έχει βοηθήσει πολύ.
The treatment I am following has helped me a lot.
▶
Ο γιατρός προτείνει μια νέα θεραπεία για την ασθένειά μου.
The doctor suggests a new treatment for my illness.
▶
Η φυσικοθεραπεία είναι μια αποτελεσματική θεραπεία για τραυματισμούς.
Physical therapy is an effective treatment for injuries.