Definition
▶
ματαιότητα
mataiótita
Η ματαιότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι άχρηστο ή μάταιο, χωρίς πραγματική αξία ή νόημα.
Vanity is the state or quality of something being useless or futile, without real value or meaning.
▶
Η ματαιότητα του να κυνηγάς την επιτυχία χωρίς να απολαμβάνεις τη ζωή είναι προφανής.
The vanity of chasing success without enjoying life is evident.
▶
Αναρωτήθηκε αν η ματαιότητα του πλούτου αξίζει τον κόπο.
He wondered if the vanity of wealth is worth the effort.
▶
Η ματαιότητα των υλικών αγαθών έγινε ξεκάθαρη όταν είδε την πραγματική ευτυχία στους απλούς ανθρώπους.
The vanity of material possessions became clear to him when he saw true happiness in simple people.