Definition
▶
καταλυτικός
katalytikós
Ο καταλυτικός είναι αυτός που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας χημικής αντίδρασης χωρίς να καταναλώνεται στη διαδικασία.
The catalytic is something that contributes to accelerating a chemical reaction without being consumed in the process.
▶
Ο καταλυτικός παράγοντας αύξησε την ταχύτητα της αντίδρασης.
The catalytic agent increased the speed of the reaction.
▶
Οι καταλυτικές διαδικασίες είναι σημαντικές στη βιομηχανία.
Catalytic processes are important in the industry.
▶
Η παρουσία του καταλυτικού υλικού μείωσε την ενέργεια ενεργοποίησης.
The presence of the catalytic material reduced the activation energy.