Definition
▶
συναρπαστικός
synarpastikós
Ο όρος 'συναρπαστικός' αναφέρεται σε κάτι που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό.
The term 'exciting' refers to something that generates strong interest or enthusiasm.
▶
Η ταινία που είδα χθες ήταν πολύ συναρπαστική.
The movie I saw yesterday was very exciting.
▶
Η νέα τεχνολογία είναι συναρπαστική για τους επιστήμονες.
The new technology is exciting for scientists.
▶
Η εκδρομή μας στο βουνό ήταν μια συναρπαστική εμπειρία.
Our trip to the mountain was an exciting experience.