Definition
▶
ευφάνταστος
efántastos
Κάτι που έχει φαντασία ή είναι δημιουργικό.
Something that has imagination or is creative.
▶
Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι πολύ ευφάνταστος και οι ιστορίες του μαγεύουν τους αναγνώστες.
The author of the book is very imaginative, and his stories enchant the readers.
▶
Η ευφάνταστη ιδέα του για την παράσταση εντυπωσίασε όλους.
His imaginative idea for the performance impressed everyone.
▶
Τα σχέδια που δημιούργησε είναι τόσο ευφάνταστα που δεν μπορείς να τα πιστέψεις.
The designs he created are so imaginative that you can't believe them.