Definition
▶
χέρι
chéri
Το χέρι είναι το μέλος του σώματος που βρίσκεται στο τέλος του βραχίονα και χρησιμοποιείται για να πιάνει, να κρατάει και να χειρίζεται αντικείμενα.
手是位于手臂末端的身体部位,用于抓住、握住和处理物品。
▶
Έδωσα το χέρι μου στον φίλο μου για να τον βοηθήσω να σηκωθεί.
我伸出手来帮助我的朋友站起来。
▶
Χρειάζομαι το χέρι σου για να κρατήσουμε μαζί την ομπρέλα.
我需要你的手来一起撑伞。
▶
Το χέρι του είναι τραυματισμένο και δεν μπορεί να γράψει.
他的手受伤了,无法写字。