Definition
▶
ταξίδι
taxídі
Ταξίδι είναι η διαδικασία μετακίνησης από ένα μέρος σε άλλο, συνήθως για αναψυχή ή εξερεύνηση.
旅行是从一个地方到另一个地方的过程,通常是为了休闲或探索。
▶
Το ταξίδι μας στην Ιταλία ήταν αξέχαστο.
我们在意大利的旅行是难忘的。
▶
Προγραμματίζω ένα ταξίδι για το καλοκαίρι.
我在计划一个夏天的旅行。
▶
Αυτό το ταξίδι θα μας φέρει πιο κοντά.
这次旅行将使我们更加亲近。