Definition
▶
τυχαίος
tychaíos
Ο τυχαίος είναι κάτι που δεν έχει προγραμματιστεί ή δεν έχει καμία συγκεκριμένη κατεύθυνση.
随机是指没有计划或没有特定方向的事物。
▶
Η επιλογή του αριθμού ήταν τυχαία.
选择的数字是随机的。
▶
Ο τυχαίος συνδυασμός χρωμάτων έκανε την εικόνα πιο ενδιαφέρουσα.
随机的颜色组合让这幅画更有趣。
▶
Η κλήρωση ήταν τελείως τυχαία και όλοι είχαν ίσες πιθανότητες.
抽奖是完全随机的,每个人都有相等的机会。