Definition
▶
απογοήτευση
apogoítefsi
Η απογοήτευση είναι το αίσθημα της απογοήτευσης και της δυσφορίας όταν οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται.
失望是当期望未能实现时的失落和不快的感觉。
▶
Η απογοήτευση που ένιωσα όταν δεν με πήραν στη δουλειά ήταν μεγάλη.
我感到的失望是因为没有被雇用。
▶
Η απογοήτευση του να περιμένεις κάτι και να μην το λαμβάνεις είναι δύσκολη.
期待某事却未得到的失望是艰难的。
▶
Μετά την απογοήτευση που ένιωσα στο παιχνίδι, αποφάσισα να μην ξαναπαίξω.
在比赛中感到失望后,我决定不再玩。