Definition
▶
σε
se
Η λέξη 'σε' χρησιμοποιείται για να δηλώσει τοποθεσία ή κατεύθυνση, σημαίνοντας 'εντός' ή 'μέσα σε'.
‘在’这个词用于表示位置或方向,意思是‘内部’或‘里面’。
▶
Το βιβλίο είναι σε το τραπέζι.
书在桌子上。
▶
Η γάτα κοιμάται σε το κρεβάτι.
猫在床上睡觉。
▶
Το παιδί παίζει σε το πάρκο.
孩子在公园里玩。