Definition
▶
ξέρω
xero
Το 'ξέρω' σημαίνει ότι έχω γνώση ή πληροφορίες για κάτι ή κάποιον.
‘知道’的意思是我对某事或某人有知识或信息。
▶
Ξέρω πώς να μαγειρεύω παστίτσιο.
我知道怎么做希腊千层面。
▶
Δεν ξέρω πού είναι το βιβλίο.
我不知道书在哪里。
▶
Ξέρω ότι η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας.
我知道雅典是希腊的首都。