Definition
▶
παράκαμψη
parakampsi
Η παράκαμψη είναι η διαδικασία αποφυγής ή παράκαμψης ενός εμποδίου ή κανονισμού, συχνά για να διευκολυνθεί η πρόσβαση ή η ολοκλήρωση μιας εργασίας.
绕过是避免或绕过障碍或规定的过程,通常是为了方便获取或完成某项任务。
▶
Η παράκαμψη της κυκλοφορίας ήταν απαραίτητη λόγω των έργων στο δρόμο.
由于道路施工,绕行是必要的。
▶
Η εταιρεία βρήκε μια παράκαμψη για να αποφύγει τη γραφειοκρατία.
公司找到了一种方式来绕过官僚主义。
▶
Η παράκαμψη των κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα στο μέλλον.
绕过规则可能会导致未来的问题。