Definition
▶
δυσκολία
dyskolía
Η δυσκολία είναι η κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι δύσκολο να επιτευχθεί ή να κατανοηθεί.
困难是指某件事情难以实现或理解的状态。
▶
Η δυσκολία στα μαθηματικά με έκανε να νιώθω απογοητευμένος.
数学上的困难让我感到沮丧。
▶
Η δυσκολία στη γλώσσα μπορεί να ξεπεραστεί με την εξάσκηση.
语言的困难可以通过练习克服。
▶
Πολλοί μαθητές αντιμετωπίζουν δυσκολία κατά τη διάρκεια των εξετάσεων.
许多学生在考试期间面临困难。