Definition
▶
δημιουργικός
dimiourgikós
Ο όρος 'δημιουργικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που έχει την ικανότητα να δημιουργεί και να φαντάζεται νέες ιδέες ή έργα.
‘创造性’这个词指的是某人或某物具有创造和想象新想法或作品的能力。
▶
Ο δημιουργικός σχεδιαστής παρουσίασε μια μοναδική ιδέα για το νέο προϊόν.
这位富有创造力的设计师为新产品提出了一个独特的想法。
▶
Τα παιδιά είναι πολύ δημιουργικά όταν παίζουν με τα τουβλάκια.
孩子们在玩积木时非常有创造力。
▶
Η δημιουργική γραφή απαιτεί φαντασία και καινοτομία.
创造性写作需要想象力和创新。