Definition
▶
στοχασμός
stochasmós
Ο στοχασμός είναι η διαδικασία της βαθιάς σκέψης και ανάλυσης, συνήθως με σκοπό την αυτογνωσία ή την πνευματική ανάπτυξη.
思考是一种深入思考和分析的过程,通常旨在自我认识或精神成长。
▶
Ο στοχασμός μου για τη ζωή με βοήθησε να κατανοήσω καλύτερα τις επιθυμίες μου.
我对生活的思考帮助我更好地理解自己的愿望。
▶
Κατά τη διάρκεια του στοχασμού, ανακάλυψα πολλά για τον εαυτό μου.
在思考期间,我发现了很多关于自己的事情。
▶
Η καθημερινή πρακτική του στοχασμού μπορεί να βελτιώσει την ψυχική μας υγεία.
每日的思考练习可以改善我们的心理健康。