Definition
▶
αδιαφορία
adiaforía
Η αδιαφορία είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος ή συναισθηματικής εμπλοκής σε κάτι.
漠不关心是对某事缺乏兴趣或情感投入。
▶
Η αδιαφορία του προς τα προβλήματα των άλλων είναι προφανής.
他对别人的问题漠不关心是显而易见的。
▶
Η αδιαφορία της για την πολιτική την έχει απομακρύνει από τις συζητήσεις.
她对政治的漠不关心使她远离了讨论。
▶
Η αδιαφορία του απέναντι στη μόρφωση τον εμπόδισε να προοδεύσει.
他对教育的漠不关心阻碍了他的进步。