Definition
▶
παρέα
paréa
Η παρέα είναι η ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχουν και περνούν χρόνο μαζί, δημιουργώντας αίσθημα συντροφικότητας.
伙伴是指一群人共同存在并一起度过时间,创造陪伴感。
▶
Πήγαμε παρέα στο σινεμά χθες το βράδυ.
我们昨晚一起去看电影。
▶
Η παρέα μου είναι πάντα δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές.
我的伙伴们总是在我困难的时候陪伴我。
▶
Αυτή η παρέα είναι πολύ διασκεδαστική.
这个伙伴非常有趣。