Definition
▶
ειρηνικά
eiriniká
Η λέξη 'ειρηνικά' σημαίνει να ενεργείς ή να ζεις με ηρεμία και χωρίς σύγκρουση.
这个词' ειρηνικά '的意思是以平和和无冲突的方式行事或生活。
▶
Οι δύο χώρες συμφώνησαν να λύσουν τις διαφορές τους ειρηνικά.
两国同意以和平的方式解决他们的分歧。
▶
Πρέπει να μάθουμε να επικοινωνούμε ειρηνικά μεταξύ μας.
我们必须学会和平地相互沟通。
▶
Η ειρηνική διαμαρτυρία ήταν μια επιτυχία για την κοινότητα.
和平抗议对社区来说是成功的。