Definition
▶
αγαπώ
agapo
Η λέξη 'αγαπώ' σημαίνει ότι νιώθω έντονα συναισθήματα αγάπης και στοργής προς κάποιον ή κάτι.
这个词意味着我对某人或某事感到强烈的爱和关心。
▶
Αγαπώ την οικογένειά μου.
我爱我的家人。
▶
Αγαπώ να διαβάζω βιβλία.
我爱读书。
▶
Αγαπώ το καλοκαίρι και την παραλία.
我爱夏天和海滩。