Definition
▶
δίχως
díchos
Η λέξη 'δίχως' σημαίνει την απουσία ή την έλλειψη κάποιου πράγματος.
这个词 'δίχως' 的意思是缺少或没有某种东西。
▶
Πήγαμε στο πάρκο δίχως να πάρουμε ομπρέλα.
我们去公园时没有带伞。
▶
Είναι δύσκολο να ζεις δίχως φίλους.
没有朋友生活是很困难的。
▶
Ο καφές ήταν δίχως ζάχαρη.
咖啡没有糖。