Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ο όρος 'γοητευτικός' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που έχει τη δύναμη να γοητεύει ή να ελκύει τους άλλους με την προσωπικότητά του ή την εμφάνισή του.
المصطلح 'γοητευτικός' يشير إلى شيء أو شخص يمتلك القدرة على جذب الآخرين بشخصيته أو مظهره.
▶
Ο Γιάννης είναι γοητευτικός και όλοι τον αγαπούν.
يعتبر يانيس ساحرًا والجميع يحبه.
▶
Η γοητευτική του προσωπικότητα τον κάνει δημοφιλή.
شخصيته الساحرة تجعله مشهورًا.
▶
Η γοητευτική θέα από το μπαλκόνι είναι εκπληκτική.
المنظر الساحر من الشرفة مذهل.