Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Η ενίσχυση είναι η διαδικασία παροχής πρόσθετης υποστήριξης ή δύναμης σε κάτι για να γίνει πιο ισχυρό ή αποτελεσματικό.
Die Verstärkung ist der Prozess, zusätzliche Unterstützung oder Kraft für etwas bereitzustellen, um es stärker oder effektiver zu machen.
▶
Η ενίσχυση της ασφάλειας στο σχολείο είναι απαραίτητη.
Die Verstärkung der Sicherheit in der Schule ist notwendig.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της οικονομίας.
Die Regierung kündigte ein Programm zur Verstärkung der Wirtschaft an.
▶
Η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων είναι σημαντική για την εθνική ασφάλεια.
Die Verstärkung der Streitkräfte ist wichtig für die nationale Sicherheit.