Definition
▶
διαλεκτικός
dialektikós
Ο διαλεκτικός είναι αυτός που συμμετέχει σε επιχειρηματολογία και συζήτηση με σκοπό την ανάλυση και την κατανόηση.
Der Dialektiker ist jemand, der an Argumentation und Diskussion teilnimmt, um Analyse und Verständnis zu fördern.
▶
Ο Γιώργος είναι πολύ διαλεκτικός όταν συζητάμε για πολιτικά θέματα.
Georgios ist sehr argumentativ, wenn wir über politische Themen sprechen.
▶
Η διαλεκτική προσέγγιση του καθηγητή ενθαρρύνει την ενεργή συμμετοχή των μαθητών.
Der dialektische Ansatz des Lehrers fördert die aktive Teilnahme der Schüler.
▶
Η διαλεκτικότητα είναι σημαντική σε μια υγιή συζήτηση.
Argumentativität ist wichtig in einer gesunden Diskussion.