Definition
▶
όμορφος
omorfos
Η λέξη 'όμορφος' αναφέρεται σε κάτι που είναι ευχάριστο στην όψη ή αισθητικά ελκυστικό.
La palabra 'hermoso' se refiere a algo que es agradable a la vista o estéticamente atractivo.
▶
Η θάλασσα είναι πολύ όμορφη σήμερα.
El mar está muy hermoso hoy.
▶
Η κόρη της είναι μια όμορφη κοπέλα.
La hija de ella es una hermosa chica.
▶
Αυτός ο πίνακας είναι όμορφος και μοναδικός.
Este cuadro es hermoso y único.