Definition
▶
παρατηρητικότητα
paratiritikotita
Η παρατηρητικότητα είναι η ικανότητα να παρατηρείς λεπτομέρειες και να κατανοείς το περιβάλλον γύρω σου.
La observación es la capacidad de notar detalles y comprender el entorno que te rodea.
▶
Η παρατηρητικότητα του Γιάννη τον βοήθησε να παρατηρήσει τις αλλαγές στη φύση.
La observación de Giannis le ayudó a notar los cambios en la naturaleza.
▶
Η παρατηρητικότητα είναι σημαντική για τους επιστήμονες κατά τη διάρκεια των πειραμάτων.
La observación es importante para los científicos durante los experimentos.
▶
Η παρατηρητικότητα της δασκάλας εντόπισε αμέσως τα προβλήματα των μαθητών.
La observación de la maestra identificó de inmediato los problemas de los estudiantes.