Definition
▶
καθημερινά
kathimerina
Η λέξη 'καθημερινά' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει ή γίνεται κάθε μέρα.
Le mot 'καθημερινά' se réfère à quelque chose qui se produit ou se fait chaque jour.
▶
Πηγαίνω στο γυμναστήριο καθημερινά.
Je vais à la salle de sport tous les jours.
▶
Διαβάζω καθημερινά για να βελτιώσω τα ελληνικά μου.
Je lis tous les jours pour améliorer mon grec.
▶
Η καθημερινή μου ρουτίνα περιλαμβάνει δουλειά και γυμναστική.
Ma routine quotidienne inclut le travail et le sport.