Definition
▶
ακούω
akoúo
Η λέξη 'ακούω' σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνομαι ήχους ή φωνές.
המילה 'שומע' מתייחסת ליכולת שלי לתפוס קולות או קולות.
▶
Ακούω τη μουσική από το διπλανό δωμάτιο.
אני שומע את המוזיקה מהחדר הסמוך.
▶
Μπορείς να ακούσεις τη βροχή που πέφτει;
אתה יכול לשמוע את הגשם שיורד?
▶
Ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει.
אני שומע את הטלפון מצלצל.