Definition
▶
αναζητώ
anazitó
Η λέξη 'αναζητώ' σημαίνει ότι ψάχνω ή επιδιώκω να βρω κάτι.
המילה 'αναζητώ' משמעה שאני מחפש או שואף למצוא משהו.
▶
Αναζητώ ένα καλό βιβλίο για να διαβάσω.
אני מחפש ספר טוב לקרוא.
▶
Αναζητώ την αλήθεια πίσω από αυτή την ιστορία.
אני מחפש את האמת מאחורי הסיפור הזה.
▶
Αναζητώ δουλειά στον τομέα της πληροφορικής.
אני מחפש עבודה בתחום המחשבים.