Definition
▶
θλιμμένος
thlimmenos
Ο θλιμμένος είναι κάποιος που νιώθει λύπη ή στενοχώρια.
הטָּלִימֵן הוא מישהו שמרגיש עצב או דאגה.
▶
Ο Γιάννης είναι θλιμμένος επειδή έχασε τον αγαπημένο του σκύλο.
יואנס עצוב כי הוא איבד את הכלב האהוב עליו.
▶
Η ταινία ήταν τόσο θλιμμένη που όλοι βγήκαν με δάκρυα στα μάτια.
הסרט היה כל כך עצוב שכולם יצאו עם דמעות בעיניים.
▶
Η θλιμμένη μουσική με έκανε να σκεφτώ τις κακές στιγμές της ζωής μου.
המוזיקה העצובה גרמה לי לחשוב על הרגעים הקשים בחיי.