Definition
▶
διλημμα
dilēmma
Διλήμμα είναι μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις που είναι όλες δυσάρεστες ή δύσκολες.
Il dilemma è una situazione in cui devi scegliere tra due o più alternative che sono tutte sgradevoli o difficili.
▶
Βρίσκομαι σε ένα διλήμμα σχετικά με το αν πρέπει να αλλάξω δουλειά ή να παραμείνω στην τωρινή μου θέση.
Mi trovo in un dilemma su se cambiare lavoro o rimanere nella mia attuale posizione.
▶
Η απόφαση να μετακομίσω σε άλλη πόλη είναι ένα διλήμμα που με απασχολεί εδώ και καιρό.
La decisione di trasferirmi in un'altra città è un dilemma che mi preoccupa da tempo.
▶
Η επιλογή ανάμεσα στην καριέρα και την οικογένεια είναι ένα κοινό διλήμμα που αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες.
La scelta tra carriera e famiglia è un comune dilemma che molte donne affrontano.