Definition
▶
νομίζω
nomizo
Η λέξη 'νομίζω' σημαίνει να σχηματίζεις μια γνώμη ή πεποίθηση για κάτι.
「νομίζω」という言葉は、何かについて意見や信念を形成することを意味します。
▶
Νομίζω ότι η ταινία ήταν πολύ καλή.
私はその映画がとても良かったと思います。
▶
Νομίζω ότι θα βρέξει σήμερα.
私は今日雨が降ると思います。
▶
Νομίζω ότι πρέπει να διαβάσουμε περισσότερο.
私たちはもっと勉強すべきだと思います。