Definition
▶
λυπημένος
lypimenos
Η λέξη 'λυπημένος' περιγράφει κάποιον που νιώθει θλίψη ή στεναχώρια.
「λυπημένος」という言葉は、悲しみや不幸を感じている人を表します。
▶
Ο φίλος μου είναι λυπημένος γιατί έχασε το σκύλο του.
私の友達は犬を失ったので悲しいです。
▶
Η ταινία ήταν πολύ λυπημένη και με έκανε να κλάψω.
その映画はとても悲しかったので、私は泣いてしまいました。
▶
Αισθάνομαι λυπημένος όταν σκέφτομαι για το παρελθόν.
私は過去を考えると悲しい気持ちになります。