Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Η λέξη 'αναντίρρητα' σημαίνει κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να αμφιβληθεί.
A palavra 'aναντίρρητα' significa algo que não pode ser contestado ou duvidado.
▶
Αναντίρρητα, η επιστήμη έχει αποδείξει ότι η γη είναι στρογγυλή.
Indiscutivelmente, a ciência provou que a Terra é redonda.
▶
Η δουλειά του ήταν, ακανθίδα, αναντίρρητα η καλύτερη στην επιχείρηση.
O trabalho dele foi, indiscutivelmente, o melhor da empresa.
▶
Αναντίρρητα, οι άνθρωποι πρέπει να σέβονται τους άλλους.
Indiscutivelmente, as pessoas devem respeitar os outros.