Definition
▶
εγκυρότητα
engyrótita
Η εγκυρότητα αναφέρεται στην ποιότητα ενός πράγματος ή μιας διαδικασίας που είναι έγκυρη, αξιόπιστη και έχει ισχύ.
A validade refere-se à qualidade de algo ou de um processo que é válido, confiável e tem força.
▶
Η εγκυρότητα της έρευνας επιβεβαιώθηκε από πολλούς ειδικούς.
A validade da pesquisa foi confirmada por muitos especialistas.
▶
Πρέπει να ελέγξουμε την εγκυρότητα των εγγράφων πριν την υπογραφή.
Precisamos verificar a validade dos documentos antes da assinatura.
▶
Η εγκυρότητα της απόφασης εξαρτάται από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
A validade da decisão depende das evidências apresentadas.