Definition
▶
θλιμμένος
thlimmenos
Ο θλιμμένος είναι αυτός που νιώθει λύπη ή μελαγχολία.
O triste é aquele que sente tristeza ou melancolia.
▶
Είναι θλιμμένος γιατί έχασε τον αγαπημένο του σκύλο.
Ele está triste porque perdeu seu cachorro querido.
▶
Η θλιμμένη μουσική που άκουγε τον έκανε να σκεφτεί πολλές αναμνήσεις.
A música triste que ele ouvia o fez pensar em muitas lembranças.
▶
Η φίλη της είναι θλιμμένη και χρειάζεται υποστήριξη.
A amiga dela está triste e precisa de apoio.