Definition
▶
δίχως
díchos
Ο όρος 'δίχως' σημαίνει την απουσία ή την έλλειψη κάποιου πράγματος ή καταστάσεως.
Слово 'δίχως' означает отсутствие или нехватку чего-либо.
▶
Δεν μπορώ να ζήσω δίχως νερό.
Я не могу жить без воды.
▶
Αυτό το έργο δεν μπορεί να ολοκληρωθεί δίχως συνεργασία.
Этот проект не может быть завершен без сотрудничества.
▶
Η ζωή δίχως φίλους είναι πιο δύσκολη.
Жизнь без друзей сложнее.