Definition
▶
πολύ
Ο όρος "πολύ" χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια έντονη ή υπερβολική ποσότητα ή ένταση.
The term "very" is used to express a strong or excessive amount or intensity.
▶
Αυτή η ταινία είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
This movie is very interesting.
▶
Είναι πολύ ζεστός σήμερα.
It is very hot today.
▶
Πρέπει να διαβάσεις πολύ προσεκτικά.
You need to read very carefully.