Definition
▶
κακός
kakos
Ο κακός είναι αυτός που προκαλεί πόνο, δυσφορία ή κακή κατάσταση.
The bad one is someone or something that causes pain, discomfort, or a negative state.
▶
Αυτός ο κακός καιρός μας ανάγκασε να μείνουμε σπίτι.
This bad weather forced us to stay home.
▶
Η κακή συμπεριφορά του παιδιού ανησύχησε τους γονείς του.
The child's bad behavior worried his parents.
▶
Ο κακός βαθμός στο διαγώνισμα τον απογοήτευσε.
The bad grade on the test disappointed him.